
Σήμερα θεωρούμε σχεδόν αυτονόητο ότι η Αθήνα θα ήταν η πρωτεύουσα του νεότερου ελληνικού κράτους και ο Πειραιάς το μεγάλο λιμάνι της. Το 1833, όμως, τίποτε από τα δύο δεν ήταν ακόμη αυτονόητο.
Στα πρώτα χρόνια του ελληνικού βασιλείου εξετάστηκαν πολλές διαφορετικές πόλεις για τη μόνιμη εγκατάσταση της πρωτεύουσας. Ανάμεσα στις προτάσεις για το Άργος, την Κόρινθο, την Τρίπολη, τα Μέγαρα, τη Σύρο και φυσικά την Αθήνα, εμφανίστηκε και μία επιλογή που σήμερα ακούγεται σχεδόν απίστευτη:
να δημιουργηθεί η νέα ελληνική πρωτεύουσα στον Πειραιά.
Και δεν επρόκειτο απλώς για μια φευγαλέα σκέψη. Την πρόταση υπέβαλε ο Βαυαρός αρχιτέκτονας Johann Gottfried Gutensohn, άνθρωπος της βαυαρικής αυλής, ο οποίος είχε βρεθεί στην Ελλάδα την εποχή της άφιξης του Όθωνα.
Μια πρωτεύουσα που θα ξεκινούσε από τον Πειραιά
Την άνοιξη του 1833 το ζήτημα της μόνιμης βασιλικής και κυβερνητικής έδρας παρέμενε ανοικτό. Η Αθήνα είχε τεράστια συμβολική δύναμη λόγω του αρχαίου παρελθόντος της, αλλά στην πράξη ήταν μια μικρή και σε μεγάλο βαθμό κατεστραμμένη από τον πόλεμο πόλη.
Ο Gutensohn εξέτασε την περιοχή και κατέληξε σε μια εντελώς διαφορετική λύση.
Η νέα πόλη, κατά την άποψή του, έπρεπε να δημιουργηθεί στον Πειραιά και στη συνέχεια, καθώς θα αναπτυσσόταν, να επεκταθεί σταδιακά προς την Αθήνα.
Με άλλα λόγια, η σημερινή σχέση των δύο πόλεων θα μπορούσε να είχε διαμορφωθεί σχεδόν αντίστροφα: αντί η πρωτεύουσα Αθήνα να αναπτυχθεί προς το λιμάνι της, η νέα πρωτεύουσα θα ξεκινούσε από το λιμάνι και θα αναπτυσσόταν προς την αρχαία Αθήνα.
Τα Ανάκτορα στην Πειραϊκή
Ακόμη πιο εντυπωσιακή ήταν η πρόταση για τη θέση του βασιλικού ανακτόρου.
Ο Gutensohn υπέδειξε την Πειραϊκή χερσόνησο ως κατάλληλο χώρο για την ανέγερση των Ανακτόρων.
Παλαιότερες αναφορές περιγράφουν ότι είχε εντοπίσει εκεί μια «υπερέχουσα θέση με λαμπρά θέα», την οποία θεωρούσε ιδανική για τη βασιλική κατοικία.
Αυτό σημαίνει ότι κάπου επάνω στη σημερινή Πειραϊκή χερσόνησο θα μπορούσε να είχε υψωθεί το παλάτι του Όθωνα, με τον πολιτικό και διοικητικό πυρήνα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους να αναπτύσσεται γύρω του.
Η ακριβής θέση του προτεινόμενου ανακτόρου δεν έχει, από τα στοιχεία που έχουν εντοπιστεί μέχρι σήμερα, προσδιοριστεί σε συγκεκριμένο σημερινό οικοδομικό τετράγωνο ή δρόμο. Οι πηγές μιλούν γενικότερα για την Πειραϊκή χερσόνησο και για εξέχουσα θέση με θέα. Επομένως θα ήταν παρακινδυνευμένο να ισχυριστούμε ότι το παλάτι προοριζόταν για ένα συγκεκριμένο σημείο της σημερινής Πειραϊκής.
Γιατί ο Gutensohn προτιμούσε τον Πειραιά;
Η πρόταση δεν βασιζόταν μόνο στην ομορφιά της περιοχής. Ο Gutensohn παρουσίαζε μια σειρά εξαιρετικά πρακτικών επιχειρημάτων.
Ο Πειραιάς εκείνη την εποχή ήταν σχεδόν έρημος. Μεγάλο μέρος της γης βρισκόταν στην κυριότητα του Δημοσίου ή της Εκκλησίας και επομένως η δημιουργία μιας καινούργιας πόλης θα μπορούσε να γίνει χωρίς τις τεράστιες απαλλοτριώσεις που απαιτούσε η επέκταση της Αθήνας.
Υπήρχε όμως και ένα ακόμη πιο εντυπωσιακό οικονομικό επιχείρημα.
Σε επιστολή του προς τον βασιλιά Όθωνα στις 12 Μαΐου 1833, ο Gutensohn υπολόγιζε ότι με την επιλογή του Πειραιά, όπου υπήρχε κρατική γη, το κράτος θα μπορούσε να αποκτήσει 5 έως 6 εκατομμύρια δραχμές από την πώληση οικοπέδων. Αντιθέτως, εάν εφαρμοζόταν το σχέδιο στην Αθήνα, θα χρειαζόταν να δαπανηθεί αντίστοιχο ποσό για την αγορά ιδιωτικών εκτάσεων.
Το λιμάνι πρόσφερε επίσης ένα τεράστιο πρακτικό πλεονέκτημα. Τα οικοδομικά υλικά για τη δημιουργία μιας ολόκληρης πρωτεύουσας θα μπορούσαν να μεταφέρονται ευκολότερα και φθηνότερα διά θαλάσσης.
Παράλληλα, η οικοδόμηση της σύγχρονης πόλης μακριά από την αρχαία Αθήνα θα περιόριζε τις επεμβάσεις και τις καταστροφές των αρχαιολογικών καταλοίπων γύρω από την Ακρόπολη — ζήτημα που απασχολούσε ήδη έντονα αρχιτέκτονες και αρχαιολόγους της εποχής.
Η Αθήνα ως «αρχαιολογική πόλη» και ο Πειραιάς ως σύγχρονη πρωτεύουσα
Πίσω από την πρόταση βρισκόταν ουσιαστικά μια διαφορετική φιλοσοφία για τη μελλοντική Ελλάδα.
Για τον Gutensohn δεν ήταν απαραίτητο η καινούργια πρωτεύουσα να χτιστεί κυριολεκτικά επάνω στην αρχαία Αθήνα μόνο και μόνο εξαιτίας της αίγλης του ονόματός της.
Ο ίδιος επέκρινε τη σχεδόν εμμονική προσκόλληση ορισμένων λογίων στην αρχαιότητα και θεωρούσε ότι η νέα Ελλάδα έπρεπε να δημιουργήσει και τη δική της σύγχρονη πόλη.
Έτσι θα μπορούσε να προκύψει ένα εντελώς διαφορετικό πολεοδομικό μοντέλο:
ο αρχαιολογικός και ιστορικός πυρήνας στην Αθήνα και, λίγα χιλιόμετρα νοτιότερα, μία νέα παραθαλάσσια πρωτεύουσα στον Πειραιά.
Με την πάροδο των δεκαετιών οι δύο πόλεις πιθανότατα θα ενώνονταν οικιστικά.
Το παράδοξο με τη θάλασσα
Η θάλασσα ήταν ταυτόχρονα ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα αλλά και ένα από τα επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκαν εναντίον του Πειραιά.
Η άμεση πρόσβαση στο λιμάνι εξυπηρετούσε το εμπόριο, τις μεταφορές, την επικοινωνία με την Ευρώπη και, σε περίοδο αναταραχής, ακόμη και την ταχεία απομάκρυνση της βασιλικής αυλής διά θαλάσσης. Σε γερμανικές πηγές της εποχής η δυνατότητα αυτή αναφέρεται ρητά ως ένα από τα πλεονεκτήματα της πειραϊκής επιλογής.
Ο Λουδοβίκος Α΄ της Βαυαρίας όμως είδε ακριβώς το αντίθετο.
Θεώρησε ότι ένα βασιλικό ανάκτορο πάνω στην Πειραϊκή χερσόνησο θα ήταν υπερβολικά εκτεθειμένο σε επίθεση εχθρικών πλοίων από τη θάλασσα.
Έτσι, ένα από τα στοιχεία που καθιστούσαν τον Πειραιά ελκυστικό ως πρωτεύουσα μετατράπηκε ταυτόχρονα σε σοβαρό στρατιωτικό μειονέκτημα.
Και η Αθήνα κέρδισε
Τελικά επικράτησε η Αθήνα.
Η οικονομική και πρακτική λογική του Gutensohn δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί τη συμβολική δύναμη της αρχαίας Αθήνας και ιδιαίτερα την επιμονή του Λουδοβίκου Α΄ της Βαυαρίας, πατέρα του Όθωνα και φανατικού θαυμαστή του κλασικού ελληνικού πολιτισμού.
Η Αθήνα επιλέχθηκε ως η πόλη που θα ταύτιζε το νεότερο ελληνικό βασίλειο με την κλασική αρχαιότητα.
Με διάταγμα της Αντιβασιλείας τον Σεπτέμβριο του 1834 αποφασίστηκε η μεταφορά της κυβερνητικής έδρας από το Ναύπλιο στην Αθήνα από την 1η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους.
Ο Πειραιάς πήρε τελικά έναν διαφορετικό ρόλο: έγινε το λιμάνι της νέας πρωτεύουσας και μέσα σε λίγες δεκαετίες εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα εμπορικά και βιομηχανικά κέντρα της χώρας.
Τι θα είχε συμβεί αν είχε επιλεγεί ο Πειραιάς;
Η σκέψη παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον.
Εάν είχε επικρατήσει η πρόταση του Gutensohn, ο Πειραιάς πιθανότατα δεν θα εξελισσόταν απλώς ως λιμάνι και βιομηχανική πόλη.
Θα φιλοξενούσε τα Βασιλικά Ανάκτορα, την κυβέρνηση, τα υπουργεία, τις πρεσβείες και τα μεγάλα δημόσια κτίρια του νεοσύστατου κράτους.
Η Πειραϊκή θα μπορούσε να αποτελέσει τη βασιλική συνοικία της χώρας, ενώ ο αστικός ιστός θα αναπτυσσόταν από το λιμάνι προς τα βόρεια, πλησιάζοντας σταδιακά την Αθήνα.
Ίσως ακόμη και η λέξη «Αθήνα» να μην είχε σήμερα τη διοικητική έννοια που γνωρίζουμε και η σύγχρονη μητροπολιτική περιοχή να είχε αναπτυχθεί ιστορικά με επίκεντρο τον Πειραιά.
Αυτό βέβαια ανήκει στην εναλλακτική ιστορία.
Εκείνο που δεν αποτελεί εναλλακτική ιστορία είναι το ίδιο το σχέδιο.
Το 1833, την ώρα που το νεοσύστατο ελληνικό κράτος αναζητούσε ακόμη την ταυτότητά του και την πόλη που θα γινόταν η μόνιμη έδρα του, υπήρξε πράγματι μία σοβαρά διατυπωμένη πρόταση:
η πρωτεύουσα της Ελλάδας να δημιουργηθεί στον Πειραιά και τα Ανάκτορα του Όθωνα να υψωθούν στην Πειραϊκή.
Η ιστορία ακολούθησε τελικά διαφορετικό δρόμο.
Και έτσι ο Πειραιάς έμεινε με τον τίτλο που γνωρίζουμε σήμερα — το μεγάλο λιμάνι της πρωτεύουσας — ενώ για μερικούς μήνες του 1833 είχε βρεθεί μπροστά σε μια πολύ διαφορετική προοπτική:
να γίνει ο ίδιος η πρωτεύουσα της Ελλάδας.



