Αρχική Η ΑΠΟΨΗ ΜΟΥ Stranger Things…Piraeus edition : Αν το Hawkins ήταν… ο Πειραιάς

Stranger Things…Piraeus edition : Αν το Hawkins ήταν… ο Πειραιάς

208
0

Δεν μιλάμε για τον Πειραιά του 1980 όπως τον ξέρουμε. Μιλάμε για έναν Πειραιά λίγα χρόνια πριν, σε μια παράλληλη εκδοχή της πόλης όπου η ιστορία δεν είναι απλώς παρελθόν αλλά ένα ζωντανό υλικό που τρίζει κάτω από τα πόδια σου. Έναν Πειραιά που κρατά ακόμη στα πεζοδρόμια τη σκόνη των βομβαρδισμών του Β’ Παγκοσμίου, που τη νύχτα αφήνει να ανέβουν από τις παλιές στοές ανάσες θείου κάτω από την Καστέλλα, κι όπου η «πόλη κάτω από την πόλη» δεν είναι μεταφορά, αλλά ένας δεύτερος χάρτης: υπόγειες διαδρομές, κλειστές πόρτες, σπηλιές, αρχαία ίχνη, ξεχασμένα περάσματα. Σε αυτόν τον Πειραιά, το εργαστήριο του Hawkins δεν είναι ένα αμερικανικό συγκρότημα στην ενδοχώρα, αλλά ένα μυστικό πλέγμα εγκαταστάσεων που κουμπώνουν πάνω στο πραγματικό βιομηχανικό σώμα της πόλης: η ΧΡΩΠΕΙ στο Νέο Φάληρο σαν «βιτρίνα» χημείας, τα Λιπάσματα στη Δραπετσώνα σαν πηγή πρώτων υλών και σιωπηλών αποθηκών, και ανάμεσά τους ένα σύστημα στοών που ενώνει τα πάντα σαν φλέβες. Το Upside Down δεν είναι ένας «άλλος κόσμος» σε δάσος, αλλά η ίδια η πόλη, αντιστραμμένη και πνιγμένη, η πόλη κάτω από την πόλη: με άλμη, σκουριά, αλάτι, μούχλα και εκείνη τη γεύση ηλεκτρισμού στον αέρα όταν κάτι ετοιμάζεται να ανοίξει. Και τα demogorgons δεν γεννιούνται σε σκιερά χωράφια· ανεβαίνουν από τη θάλασσα σαν παράξενα πλάσματα του βυθού, σαν αρπακτικά που έμαθαν να περπατούν για λίγο στη στεριά, να μυρίζουν αίμα και φόβο, να παίρνουν αυτό που θέλουν και να το κατεβάζουν πίσω στα νερά.

Η ιστορία που ακολουθεί βασίζεται στον πυρήνα του Stranger Things, αλλά μεταφέρεται ολοκληρωτικά στον Πειραιά: στα σοκάκια, στις πλατείες, στα σκαλιά, στις ταράτσες, στα καφενεία, στα φώτα της Ζέας, στα σκοτεινά του λιμανιού, και κυρίως στα υπόγεια που δεν φαίνονται. Είναι ένα χρονικό πέντε σεζόν, σε πέντε ενότητες, χωρίς τίτλους μέσα στο σώμα, σαν να το διηγείται κάποιος που έζησε τα γεγονότα και τα κουβαλά ακόμη στο δέρμα του — μαζί με τη μυρωδιά του θείου, τα χρώματα της ΧΡΩΠΕΙ, τα χημικά των Λιπασμάτων, και τους αποκρουστικούς ήχους των βομβών που για δευτερόλεπτα έκαναν την πόλη να «γλιστρήσει» σε μια απόκοσμη κατάσταση, σαν να άνοιξε τότε μια ρωγμή που δεν έκλεισε ποτέ.

Στη δική μας εκδοχή, η παρέα δεν ξεκινά από ένα αμερικανικό προάστιο αλλά από μια γειτονιά του Πειραιά που μυρίζει ψημένο ψωμί το πρωί και κατράμι το βράδυ. Τέσσερα παιδιά, ένα ποδήλατο που τρίζει, μια μπάλα που χτυπά σε τοίχο, και ένα μικρό υπόγειο όπου ένα αυτοσχέδιο παιχνίδι ρόλων γίνεται το καταφύγιο από τον κόσμο των μεγάλων. Δεν χρειάζονται πολλά για να γίνει ο Πειραιάς σκηνικό μυστηρίου: αρκεί να κοιτάξεις προς τα κάτω, εκεί που η πόλη έχει δεύτερο πάτωμα. Σε μια από τις πρώτες νύχτες του φθινοπώρου, όταν ο αέρας κατεβαίνει από την Καστέλλα και κουβαλά μια περίεργη ξινίλα — όχι ακριβώς θάλασσα, όχι ακριβώς καυσαέριο, κάτι πιο πικρό, σαν θείο — ο Γουίλ εξαφανίζεται.

Δεν εξαφανίζεται σε δάσος. Εξαφανίζεται σε μια διαδρομή που όλα τα παιδιά στον Πειραιά μαθαίνουν κάποτε να φοβούνται: μια σκοτεινή «συντόμευση» κοντά σε παλιά κλειστά περάσματα, εκεί που οι μεγαλύτεροι λένε «μην πας, έχει στοές». Ο Γουίλ φεύγει με το ποδήλατο και περνά δίπλα από μια μάντρα όπου η υγρασία έχει κάνει τον σοβά να φουσκώσει σαν δέρμα. Ακούει κάτι που δεν είναι σκύλος, δεν είναι γάτα, δεν είναι άνθρωπος. Ένας ήχος υγρός, σαν να τραβάς κάτι μέσα από φύκια. Σταματά. Και τότε, από τη μεριά της θάλασσας — όχι από τον ουρανό — έρχεται το πράγμα. Όχι «τέρας» με την κλασική έννοια, αλλά ένα παράξενο πλάσμα του βυθού που για λίγα λεπτά μπορεί να σταθεί στη στεριά. Έχει κίνηση σαν θαλάσσιο αρπακτικό που το πέταξαν έξω από το στοιχείο του, αλλά δεν χάνει την πείνα του. Αρπάζει τον Γουίλ, όπως αρπάζουν τα ψάρια το δόλωμα, και τον σέρνει προς τα κάτω — όχι προς ένα δάσος, αλλά προς μια σχισμή στο αστικό σώμα.

Την ίδια περίοδο, η πόλη έχει αρχίσει να «σβήνει» περίεργα. Φώτα που τρεμοπαίζουν στην ακτή της Ζέας, λάμπες δρόμου που κάνουν ένα ηλεκτρικό «κλικ» σαν να τις πνίγει κάτι, παλιά ραδιόφωνα που πιάνουν ψιθύρους. Η μητέρα του Γουίλ ακούει το όνομά του μέσα από παράσιτα, όχι από τη φαντασία της — από την ίδια τη γραμμή που διασχίζει το σπίτι. Και το σπίτι δεν είναι ένα τυπικό αμερικανικό. Είναι ένα πειραϊκό διαμέρισμα που κοιτά προς τα στενά, όπου ο ήχος της θάλασσας έρχεται σαν ανάμνηση, και όπου οι τοίχοι κρατούν υγρασία από παλιές εποχές.

Η αστυνομία ψάχνει με τον τρόπο της πόλης: λιμάνι, προβλήτες, σκάλες, αποθήκες. Μα ο πραγματικός χάρτης είναι άλλος. Η παρέα των παιδιών αρχίζει να συνδέει σημάδια. Ένας χάρτης με σημεία που δεν έχουν λογική αν μείνεις στην επιφάνεια: Νέο Φάληρο, Δραπετσώνα, Καστέλλα, Ζέα. Αν όμως τραβήξεις γραμμές σαν να σχεδιάζεις υπόγεια στοά, βγαίνει κάτι σαν κυκλωμένος ιστός. Και εκεί μπαίνει στη ζωή τους η «Έντεκα» — όχι ως κορίτσι που ξέφυγε από ένα εργαστήριο σε δάσος, αλλά ως ένα παιδί που βρέθηκε να περιφέρεται κοντά σε χώρους που κανείς δεν πλησιάζει χωρίς λόγο: παλιά περίφραξη, σκουριασμένα σήματα, φύλακες που δεν μιλούν, φορτηγά που μπαίνουν και βγαίνουν νύχτα. Την βρίσκουν σαν να την ξέβρασε η ίδια η πόλη, με βρεγμένα μαλλιά και βλέμμα που δεν ταιριάζει με την ηλικία της.

Το «Hawkins Lab» του Πειραιά δεν έχει μία είσοδο. Έχει πολλές. Η πιο «κανονική» είναι η ΧΡΩΠΕΙ στο Νέο Φάληρο, με την αύρα εγκατάλειψης που σου δίνει πάντα την αίσθηση πως κάποιος έφυγε βιαστικά και θα γυρίσει. Εκεί μέσα, στα δωμάτια που μύριζαν κάποτε φάρμακο, χρώμα, οινόπνευμα και κάτι μεταλλικό, έχουν απομείνει ίχνη. Όχι μόνο σκόνη. Κάτι σαν πατημασιές σε ξερό υλικό, λεκέδες που δεν ξεπλένονται, σπασμένα γυαλιά εργαστηρίου. Και υπάρχουν υπόγεια. Υπόγεια που δεν είναι αυτά που ξέρεις, αλλά άλλα: πιο βαθιά, πιο παλιά, με τούβλα που δεν μοιάζουν ίδια, με σημεία όπου ο αέρας αλλάζει και γίνεται πιο κρύος, σαν να περνάς από πόρτα σε άλλη εποχή. Εκεί ο Πειραιάς δείχνει το μυστικό του: η πόλη κάτω από την πόλη.

Η Δραπετσώνα, στα Λιπάσματα, προσθέτει το δικό της βάρος. Εκεί δεν είναι το «καθαρό» εργαστήριο· είναι η αποθήκη του κόσμου, οι σακιάδες, η χημεία της γης, τα λιπάσματα, τα αμμωνιακά, οι μυρωδιές που σε χτυπούν στο λαιμό και σε κάνουν να δακρύζεις. Είναι ένας τόπος που μπορείς να πιστέψεις ότι κάτι διαρρέει, ότι κάτι εμποτίζει τον αέρα και το χώμα. Αν η ΧΡΩΠΕΙ είναι το πρόσωπο, τα Λιπάσματα είναι το στομάχι. Και οι στοές ανάμεσά τους είναι τα έντερα: ο μηχανισμός μεταφοράς του μυστικού.

Η Έντεκα δεν μιλά πολύ. Δεν χρειάζεται. Όταν θυμώνει, τα φώτα σβήνουν στη Ζέα. Όταν φοβάται, ο αέρας γεμίζει εκείνη τη μυρωδιά που τα παιδιά αρχίζουν να αναγνωρίζουν: θείο κάτω από την Καστέλλα, σαν να αναπνέει κάτι από τα παλιά πετρώματα ή από παλιές αποθήκες που κλείστηκαν και έμειναν. Το υπερφυσικό στον Πειραιά δεν έχει «καθαρό» σχήμα· έχει υλικά. Αλάτι, σκουριά, χημικό, υγρασία.

Ο Γουίλ, εν τω μεταξύ, δεν είναι «σε άλλο σύμπαν» με δάση. Είναι στην αντιστροφή της πόλης: στον Πειραιά κάτω από τον Πειραιά. Εκεί οι προβλήτες υπάρχουν σαν φαντάσματα, τα νερά είναι μαύρα, τα κτίρια στάζουν, και τα χρώματα μοιάζουν ξεπλυμένα — σαν να τα πήρε η θάλασσα και τα ξανάφερε. Από μακριά ακούγεται ένα βουητό που δεν είναι κύμα. Είναι κάτι σαν βομβαρδισμός, σαν παλιός ήχος που επαναλαμβάνεται, σαν η μνήμη του Β’ Παγκοσμίου να έχει κολλήσει σε βρόχο και να παίζει ξανά και ξανά, μέχρι να βρει ρωγμή και να περάσει πάνω.

Η σεζόν κλείνει με την πρώτη μεγάλη αποκάλυψη: δεν πρόκειται για έναν απλό «εξαφανισμένο». Η πόλη έχει μια ρωγμή. Και η ρωγμή έχει συνδεθεί με ανθρώπινα πειράματα. Η Έντεκα είναι το κλειδί, αλλά όχι επειδή είναι «μαγική». Επειδή πάνω της δοκίμασαν την ιδέα ότι μπορείς να κάνεις την πόλη να ανοίξει από μέσα. Και όταν η παρέα σώζει τον Γουίλ, ο Γουίλ δεν γυρίζει ίδιος. Κάτι από τη θάλασσα έχει μείνει μέσα του, όχι σαν πνεύμα, αλλά σαν αλάτι που δεν φεύγει ποτέ από το δέρμα.

Η δεύτερη σεζόν ξεκινά όπως ξεκινούν οι κακές συνέχειες στη ζωή: με την ψευδαίσθηση ότι όλα πέρασαν, αλλά με μικρές λεπτομέρειες που χαλάνε την ησυχία. Ο Γουίλ βλέπει στιγμές όπου η πόλη «γυρίζει» απότομα: περπατά σε δρόμο της Καστέλλας και για ένα δευτερόλεπτο τα χρώματα φεύγουν, το φως γίνεται πράσινο-γκρίζο, και μυρίζει πάλι εκείνο το θείο, πιο έντονα. Στη Ζέα, οι ψαράδες μιλάνε για κάτι περίεργο στον βυθό: σαν να μετακινήθηκε το έδαφος, σαν να φάνηκαν για λίγο σχήματα που δεν ήταν εκεί. Όχι αρχαία αγάλματα, αλλά κάτι πιο «αστικό»: σαν τμήματα από δρόμους, σαν μια χαμένη προβλήτα, σαν ένα κομμάτι πόλης που δεν θα έπρεπε να βρίσκεται κάτω από το νερό.

Η «πόλη κάτω από την πόλη» αρχίζει να σπρώχνει προς τα πάνω. Όχι με κραυγές, αλλά με οργανική επέκταση, σαν ρίζες. Στις στοές, εκεί όπου οι παλιοί λένε ότι περνούσαν κάποτε κανάλια, αποθήκες, διαδρομές, εμφανίζονται νέες υφές: κάτι σαν θαλάσσια μούχλα που απλώνεται σε τοίχους, κάτι σαν κοράλλι που δεν ανήκει στη Μεσόγειο. Οι μεγάλοι δεν θέλουν να το δουν. Η πόλη άλλωστε έχει μάθει να προχωρά πάνω από τα πράγματα. Ο Πειραιάς είναι στρώσεις: αρχαίος, νεότερος, βιομηχανικός, σύγχρονος. Και τώρα μια νέα στρώση προσπαθεί να μπει ανάμεσα.

Το «εργαστήριο» δεν σταματά. Οι άνθρωποι που το τρέχουν είναι πιο προσεκτικοί, πιο αόρατοι. Η ΧΡΩΠΕΙ στο Νέο Φάληρο παραμένει η κεντρική μάσκα, αλλά η πραγματική λειτουργία γίνεται κάτω από αυτήν. Μιλούν για «καθαρισμό», για «περιορισμό διαρροών», για «ασφάλεια». Στην πράξη, κάνουν αυτό που πάντα έκανε η εξουσία όταν φοβόταν κάτι: προσπαθούν να το ελέγξουν, να το στραγγίξουν, να το κάνουν εργαλείο.

Ο Γουίλ γίνεται αγωγός. Κάθε φορά που η πόλη γλιστρά στην αντιστροφή της, εκείνος το νιώθει πρώτος. Δεν είναι πια απλώς παιδί που τρόμαξε. Είναι σαν ένα κομμάτι του να έχει χαρτογραφήσει τον κάτω κόσμο και να μην μπορεί να το ξεχάσει. Η μητέρα του τον τυλίγει με κουβέρτες, αλλά δεν είναι κρύο. Είναι το κρύο της υγρασίας των στοών, το κρύο του βυθού που ανεβαίνει στα κόκαλα.

Η παρέα ανακαλύπτει ότι το φαινόμενο δεν είναι μόνο κάτω από τη γη αλλά και κάτω από τη θάλασσα. Και έτσι ο Πειραιάς αποκτά κάτι που στο Stranger Things είναι «Mind Flayer»: εδώ γίνεται ένα συλλογικό θαλάσσιο-υπόγειο «σχήμα», σαν μεγάλος οργανισμός που αναπνέει μέσα από ρωγμές. Δεν έχει μορφή αράχνης από καπνό. Έχει μορφή υγρής πίεσης: σαν να ανεβαίνει ένας ολόκληρος βυθός μέσα από τις στοές, σαν να θέλει η θάλασσα να καταπιεί την πόλη από μέσα.

Κι εκεί μπαίνει η ιστορία των βομβαρδισμών. Όχι ως φόντο, αλλά ως μηχανισμός. Υπάρχει μια θεωρία που οι μεγαλύτεροι απορρίπτουν γελώντας πικρά: ότι σε μια από τις μεγάλες νύχτες του Β’ Παγκοσμίου, όταν ο Πειραιάς χτυπήθηκε και η γη έτρεμε, για ένα κλάσμα δευτερολέπτου η πόλη «διπλώθηκε». Ότι ο ήχος, η πίεση, η φωτιά, το σοκ, δημιούργησαν μια μικρή ρωγμή. Μια ρωγμή που δεν ήταν ορατή τότε, αλλά έμεινε σαν ράγισμα σε γυαλί. Και τώρα, δεκαετίες μετά, κάποιοι το βρήκαν και το ξύνουν, το ανοίγουν, το κάνουν μεγαλύτερο.

Η σεζόν κορυφώνεται όταν το «κάτω» προσπαθεί να πάρει τον Γουίλ πίσω. Η πόλη κάτω από την πόλη δεν θέλει απλώς να υπάρχει· θέλει να αντικαταστήσει. Κι όταν η παρέα μαζί με την Έντεκα παλεύουν να τον κρατήσουν, δεν είναι μάχη με τέρας σε σχολείο. Είναι μάχη σε περάσματα, σε υγρές στοές, σε σημεία όπου οι τοίχοι έχουν σημάδια παλιάς τοιχοποιίας — ίσως αρχαίας — και όπου ο αέρας μυρίζει θείο τόσο έντονα που ζαλίζεσαι. Η λύση δεν είναι «μαγεία». Είναι απομόνωση: να κλείσουν προσωρινά τις ρωγμές, να κόψουν την αναπνοή του κάτω κόσμου. Όμως όλοι καταλαβαίνουν πως αυτό είναι μόνο ένα καπάκι σε κατσαρόλα που βράζει.

Η τρίτη σεζόν φέρνει καλοκαίρι, κι αυτό στον Πειραιά σημαίνει μια ειδική ένταση: ζέστη που κολλά πάνω στις πλάκες, αλάτι που στεγνώνει στο δέρμα, νύχτες στη Ζέα με φώτα που καθρεφτίζονται στο νερό σαν μικρά μαχαίρια. Αν στην Αμερική το Starcourt Mall γίνεται η «βιτρίνα» της εποχής, εδώ ο αντίστοιχος χώρος είναι η λάμψη της παραλιακής ζωής: η Ζέα σαν σκηνικό κανονικότητας, οι βόλτες, οι παρέες, τα παγωτά, οι τουρίστες που νομίζουν ότι αυτή είναι όλη η πόλη. Κάτω όμως, οι στοές συνεχίζουν να ζουν. Και το εργαστήριο έχει αλλάξει στρατηγική: λιγότερο κρυφό, πιο «επιχειρησιακό».

Το ενδιαφέρον τους μετατοπίζεται σε κάτι που στον Πειραιά έχει πάντα δύναμη: ενέργεια, φορτία, υποδομές. Οι εγκαταστάσεις στα Λιπάσματα στη Δραπετσώνα, με τις αποθήκες και το βιομηχανικό τους παρελθόν, γίνονται ιδανικό σημείο για να στηθεί ένας μηχανισμός που δεν θα υποψιαστεί κανείς. Τη μέρα μοιάζουν ακίνητες. Τη νύχτα ακούγονται μεταλλικά χτυπήματα, φορτηγά, γεννήτριες. Το σχέδιο είναι απλό και τρομακτικό: να ανοίξουν τη ρωγμή τεχνητά, να κάνουν την πόλη κάτω από την πόλη προσβάσιμη σαν υπόγειο δίκτυο, να την εκμεταλλευτούν.

Παράλληλα, η «θαλάσσια» φύση των πλασμάτων γίνεται πιο έντονη. Δεν ανεβαίνουν πια μόνο για να αρπάξουν. Αρχίζουν να αφήνουν ίχνη. Κάποιος βρίσκει περίεργα σημάδια σε βράχο κοντά στα Βοτσαλάκια — σαν χαρακιές που δεν είναι ανθρώπινες. Στη Ζέα, κάποιοι ορκίζονται ότι είδαν σκιά να περνά κάτω από σκάφος, όχι σαν ψάρι, αλλά σαν κάτι που σέρνει ουρά.

Η παρέα έχει μεγαλώσει. Τα παιδιά δεν είναι πια μόνο παιδιά· έχουν τις πρώτες τους μικρές αποστάσεις, τις ζήλιες, τα μυστικά. Αυτό κάνει τον Πειραιά ακόμη πιο αληθινό: γιατί η πόλη είναι γεμάτη διασταυρώσεις. Όμως το κακό πάντα βρίσκει τις ρωγμές ανάμεσα στους ανθρώπους. Κι έτσι το «κάτω» αρχίζει να επηρεάζει και τους πάνω. Όχι με δαιμονισμούς κινηματογραφικούς, αλλά με μια σταδιακή αλλοίωση: άνθρωποι που γίνονται πιο επιθετικοί, πιο άδειοι, που μυρίζουν λίγο διαφορετικά — σαν χημικό, σαν αμμωνία, σαν κάτι που ανέβηκε από τη Δραπετσώνα και κόλλησε στα ρούχα τους.

Η κορύφωση της τρίτης σεζόν, στην πειραϊκή εκδοχή, είναι διπλή: πάνω στη λάμψη της Ζέας και κάτω στα βιομηχανικά σωθικά της Δραπετσώνας. Η μάχη δεν είναι μόνο ενάντια στο πλάσμα, αλλά ενάντια στη μηχανή που ανοίγει τη ρωγμή. Ο ήχος των γεννητριών μπλέκεται με τον απόηχο των παλιών βομβαρδισμών, σαν η πόλη να θυμάται και να ξαναπαίζει το τραύμα της. Και όταν, στο τέλος, η ρωγμή κλείνει με θυσία και φωτιά, δεν νιώθεις ότι κέρδισαν. Νιώθεις ότι απλώς καθυστέρησαν τη θάλασσα.

Η Έντεκα χάνει μέρος της δύναμής της, όχι σαν υπερήρωας που αποδυναμώθηκε, αλλά σαν παιδί που κουράστηκε να είναι εργαλείο. Και η παρέα χωρίζεται προσωρινά, όπως χωρίζουν οι άνθρωποι στον Πειραιά όταν τους πνίγει η πόλη: με υπόσχεση ότι θα ξανασυναντηθούν, αλλά με τη γνώση ότι κάτι έσπασε.

Η τέταρτη σεζόν φέρνει την πιο βαριά ιστορία: αυτή του παρελθόντος που επιστρέφει με μορφή προσώπου. Εδώ, το σπίτι των Creel δεν είναι ένα τυχαίο αρχοντικό στην αμερικανική επαρχία. Είναι το αρχοντικό πάνω από τα Βοτσαλάκια, εκείνο που πάντα είχε μια σκιά γύρω του, εκείνο που τα παιδιά κοιτούσαν από μακριά και έλεγαν «μην πας εκεί». Κάθε πόλη έχει ένα τέτοιο σημείο: ένα μέρος που μοιάζει να κρατά κάτι μέσα του. Στον Πειραιά, πάνω από τα Βοτσαλάκια, με θέα θάλασσα και με βράχια που κρατούν υγρασία, ένα παλιό αρχοντικό γίνεται η κλειδαριά του εφιάλτη.

Εκεί αποκαλύπτεται ότι το «κάτω» δεν είναι μόνο θάλασσα και στοές. Είναι μνήμη. Και η μνήμη έχει πρόσωπο. Ο Βέκνα, στην πειραϊκή εκδοχή, δεν είναι απλώς ένα πλάσμα. Είναι ένα ανθρώπινο πείραμα που ωρίμασε μέσα στις στοές, μια συνείδηση που πήρε μορφή μέσα από το ράγισμα του πολέμου, της χημείας, της εγκατάλειψης. Αν η ΧΡΩΠΕΙ και τα Λιπάσματα άνοιξαν την πόρτα, ο Βέκνα είναι αυτός που έμαθε να περνά.

Οι θάνατοι/επιθέσεις της σεζόν δεν συμβαίνουν τυχαία. Συμβαίνουν σε ανθρώπους που κουβαλούν ενοχές, τραύματα, κρυμμένα πράγματα — κι ο Πειραιάς είναι γεμάτος τέτοιες ιστορίες. Η πόλη έχει περάσει από φωτιά, από φτώχεια, από βιομηχανική έκρηξη και πτώση. Οι άνθρωποί της έχουν μνήμη ακόμη κι όταν δεν θέλουν. Ο Βέκνα τρέφεται από αυτό. Τους πιάνει όχι στο σώμα, αλλά στο παρελθόν τους, και τους τραβά προς τα κάτω, στην πόλη κάτω από την πόλη, όπου οι δρόμοι είναι οι ίδιοι αλλά νεκροί, και όπου ο ήχος των βομβών ακούγεται σαν καρδιά.

Η παρέα αναγκάζεται να γίνει «ερευνητές» της ίδιας της πόλης. Δεν ψάχνουν μόνο στοιχεία· ψάχνουν χάρτες παλιούς, ιστορίες ηλικιωμένων, φήμες για στοές που ξεκινούν από σημεία που κανείς δεν φαντάζεται. Αρχίζουν να μιλούν για τον αρχαίο Πειραιά, όχι σαν μάθημα, αλλά σαν υπόγεια πραγματικότητα: θεμέλια, τείχη, πέτρες που έμειναν κάτω από νέες οικοδομές, γραμμές που συνεχίζουν να υπάρχουν σαν οδηγός για το κάτω. Η «πόλη κάτω από την πόλη» δεν είναι καινούργια· είναι η παλιά πόλη που δεν εξαφανίστηκε, απλώς θάφτηκε. Κι αυτό δίνει στον εφιάλτη μια σχεδόν μυθολογική δύναμη.

Το αρχοντικό πάνω από τα Βοτσαλάκια γίνεται το σημείο όπου το πάνω και το κάτω ακουμπάνε. Οι τοίχοι του έχουν δει πράγματα, οι σκάλες του έχουν ακούσει ψιθύρους, και όταν μπαίνουν μέσα, ο αέρας αλλάζει — δεν μυρίζει πια θάλασσα. Μυρίζει κλεισούρα και παλιά υγρασία, και κάτι άλλο: μια γεύση σιδήρου, σαν αίμα που στέγνωσε.

Η τέταρτη σεζόν κορυφώνεται με το άνοιγμα: η ρωγμή δεν είναι πια τοπική. Ανοίγει σε πολλά σημεία. Και το πιο τρομακτικό είναι ότι ο κόσμος αρχίζει να το βλέπει. Στον Πειραιά, όταν κάτι συμβαίνει, πάντα κάποιος το είδε, πάντα κάποιος το είπε. Τώρα όμως δεν είναι κουτσομπολιό. Είναι ρωγμές που σκίζουν άσφαλτο, είναι ρεύματα αέρα που βγαίνουν από φρεάτια με μυρωδιά θείου, είναι νερά που «ανεβαίνουν» εκεί που δεν θα έπρεπε.

Η πέμπτη σεζόν είναι πόλεμος πόλης, όχι πόλεμος χωριού. Είναι ο Πειραιάς που προσπαθεί να κρατήσει τον εαυτό του ενωμένο ενώ κάτι τον διπλώνει από μέσα. Το Upside Down, η πόλη κάτω από την πόλη, αρχίζει να αντικαθιστά στρώσεις της πραγματικής. Σε κάποια σημεία δεν είσαι σίγουρος αν περπατάς στον δρόμο ή στη σκιά του δρόμου. Τα φώτα του λιμανιού, που κάποτε έδιναν ασφάλεια, τώρα γίνονται σημάδια στόχου. Οι προβλήτες μοιάζουν σαν γέφυρες πάνω από άβυσσο.

Η ΧΡΩΠΕΙ και τα Λιπάσματα παύουν να είναι απλώς «σκηνικά». Γίνονται το κέντρο της τελικής λύσης. Η παρέα καταλαβαίνει ότι δεν αρκεί να κλείσεις μια πόρτα. Πρέπει να κόψεις την τροφοδοσία. Και η τροφοδοσία είναι χημική, ηλεκτρική, ιστορική. Είναι όλα αυτά που έκαναν τον Πειραιά αυτό που είναι: βιομηχανία, λιμάνι, μεταφορά, ενέργεια, μνήμη.

Η Έντεκα πρέπει να ξαναβρεί τον εαυτό της όχι ως όπλο αλλά ως πρόσωπο. Και αυτό ταιριάζει στον Πειραιά: μια πόλη που δεν σε αφήνει να είσαι μόνο ρόλος· σε κάνει να είσαι άνθρωπος ή σε πετά έξω. Η τελική σύγκρουση με τον Βέκνα δεν γίνεται σε ένα «μακρινό» μέρος. Γίνεται μέσα στην ίδια τη δομή της πόλης: στις στοές που συνδέουν Νέο Φάληρο και Δραπετσώνα, στα σημεία όπου η αρχαία πόλη ακουμπά τη νεότερη, κάτω από την Καστέλλα όπου η μυρωδιά του θείου είναι σαν προειδοποίηση.

Και υπάρχει και η θάλασσα. Στην τελική σεζόν, τα πλάσματα του βυθού δεν είναι πλέον «επισκέπτες». Γίνονται κύμα. Ανεβαίνουν οργανωμένα, σαν να τα οδηγεί κάτι. Οι άνθρωποι του λιμανιού, αυτοί που ξέρουν να διαβάζουν το νερό, νιώθουν ότι η θάλασσα έχει άλλη θερμοκρασία, άλλον ήχο. Σαν να έρχεται κάτι από κάτω που δεν είναι ρεύμα.

Η λύση, στην πειραϊκή εκδοχή, είναι μια πράξη που ενώνει όλα τα στοιχεία: πρέπει να «σφραγίσεις» την πόλη κάτω από την πόλη, όχι μόνο με δύναμη, αλλά με επανατοποθέτηση μνήμης. Να κάνεις τον Πειραιά να θυμηθεί σωστά, να μην αφήσει το τραύμα του πολέμου να γίνει πόρτα. Αυτό σημαίνει ότι οι ήρωες δεν πολεμούν μόνο τέρας. Πολεμούν την ίδια την τάση της πόλης να θάβει και να προχωρά. Πρέπει να κατέβουν, να δουν, να ονομάσουν, να κλείσουν.

Στο τέλος, ο Πειραιάς δεν «σώζεται» σαν να μην έγινε τίποτα. Σώζεται όπως σώζονται οι αληθινές πόλεις: με ουλές. Κάποια φρεάτια θα μυρίζουν πάντα λίγο θείο. Κάποιες νύχτες, στη Ζέα, τα φώτα θα τρεμοπαίζουν χωρίς λόγο. Κάποιοι θα ορκίζονται ότι είδαν κάτω από το νερό κάτι σαν δρόμο. Και το αρχοντικό πάνω από τα Βοτσαλάκια θα μένει εκεί, σκοτεινό, σαν μνημείο όχι μόνο τρόμου, αλλά και υπενθύμισης ότι ο Πειραιάς έχει πάντα δύο επίπεδα: αυτό που δείχνει και αυτό που κρύβει.

Κι όμως, η παρέα — τώρα πια νέοι άνθρωποι — θα ξέρει κάτι που οι υπόλοιποι δεν θα μπορούν να εξηγήσουν: ότι για να κρατήσεις μια πόλη ζωντανή, πρέπει κάποτε να κατέβεις κάτω από αυτήν. Να δεις την πόλη κάτω από την πόλη. Να ακούσεις τους παλιούς βομβαρδισμούς σαν ηχώ, να μυρίσεις το θείο της Καστέλλας χωρίς να φύγεις τρέχοντας, να θυμηθείς τη χημεία της ΧΡΩΠΕΙ και των Λιπασμάτων όχι ως ντροπή αλλά ως ιστορία. Και να γυρίσεις πάνω, στο φως, με την επίγνωση ότι ο Πειραιάς είναι λιμάνι: πάντα θα υπάρχει κάτι που έρχεται. Το θέμα είναι αν θα το αφήσεις να σε πάρει, ή αν θα το κοιτάξεις κατάματα και θα πεις: «μέχρι εδώ».

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.