Από την πρώτη μέρα λειτουργίας του (16 Φεβρουαρίου 1985) μέχρι και το 2025, η αρένα αυτή έγινε ο πιο ευρύς, σκεπαστός «πλακόστρωτος δρόμος» της αθηναϊκής συναυλιακής μνήμης: ροκ θρύλοι και ποπ υπερπαραγωγές, ελληνικά στάρ και, πιο πρόσφατα, μεγάλα ηλεκτρονικά parties, έχουν όλα περάσει από την ίδια σκηνή.
Το κτήριο άνοιξε με διεθνείς διοργανώσεις κλειστού στίβου, ανακαινίστηκε ριζικά το 2002–2004 ενόψει των Ολυμπιακών, και με διαμορφώσεις κερκίδων μπορεί να φτάσει (ανάλογα με τη χρήση) ως και σχεδόν 15.000 θέσεις—παραμένοντας εύκολα προσβάσιμο με μετρό και τραμ χάρη στη θέση του απέναντι από το «Καραϊσκάκη».
1985–1989: οι πρώτες μεγάλες αφίξεις
Το ίδιο το «βάπτισμα» του ΣΕΦ ως συναυλιακού χώρου έγινε εντυπωσιακά: τον Μάιο του 1985 οι Dire Straits στήνουν διπλή συναυλία (6 & 7/5), στην αιχμή της «Brothers in Arms» υστερίας. Το γεγονός έχει αποτυπωθεί σε ραδιοφωνικά σποτ της εποχής, φωτογραφικά άλμπουμ και χρονικά που επιβεβαιώνουν τα δύο βράδια στο «Παλαί ντε Σπορ Ν. Φαλήρου», όπως λεγόταν τότε ο χώρος. Ήταν η αρχή μιας «συνήθειας»: οι μεγάλοι της παγκόσμιας σκηνής να δοκιμάζουν την άψογη για την εποχή υποδομή ενός νέου, κλειστού γηπέδου, που επέτρεπε ήχο και φως ανεξάρτητα από το απρόβλεπτο ελληνικό φθινόπωρο. Στα μέσα της δεκαετίας εμφανίζονται επίσης οι Status Quo (1986) επιβεβαιώνοντας ότι το πρόγραμμα του σταδίου κοιτά και βρετανικό κλασικό ροκ, όχι μόνο τη «ραδιοφωνική» ποπ.
1990–1993: από soul & classic rock έως reggae—η πολυσχιδής ταυτότητα
Στις αρχές του ’90, το ΣΕΦ γίνεται σταθερά η «μεγάλη σάλα» της Αθήνας για τα διεθνή ονόματα που δεν χωρούν εύκολα σε θέατρα ή μικρά κλειστά γυμναστήρια. Το φθινόπωρο/χειμώνα του 1990, η αθηναϊκή σκηνή θυμάται τον Barry White στο ΣΕΦ, τους Scorpions επίσης στο ΣΕΦ, και τον Robert Plant να κλείνει τη χρονιά του Δεκέμβρη στο ίδιο παρκέ. Το 1991 φιλοξενούνται εκεί οι Gipsy Kings· το 1992 περνούν οι Manowar· και το 1993, στο απόγειο του “Promises and Lies”, οι UB40 φέρνουν τη βρετανική reggae στο Νέο Φάληρο. Η παράθεση δεν είναι απλώς ένας κατάλογος ονομάτων· δείχνει πώς το ΣΕΦ έδωσε στην Αθήνα μια πολυχρωμία ρεπερτορίου: από soul σε hard & classic rock, και από world σε reggae, όλα στον ίδιο, ελεγχόμενο και ηχητικά «αξιόπιστο» εσωτερικό χώρο.
Ελληνικές υπερπαραγωγές: όταν το «σπίτι» γεμίζει με ελληνικό ποπ-ρόκ
Παράλληλα με το διεθνές ρεπερτόριο, το ΣΕΦ γίνεται «σπίτι» μεγάλων εγχώριων παραγωγών. Η Άννα Βίσση—εμβληματική παρουσία της ποπ στα ‘90s—υπογράφει ένα από τα συναυλιακά ορόσημα του 1996 στη σκηνή του ΣΕΦ (με τον Νίκο Καρβέλα), ενώ το 2002 επιστρέφει για το φιλανθρωπικό «Μαζί για το Παιδί» (3/3/2002). Οι ζωντανές καταγραφές, τα fan archives και το επίσημο timeline του fanclub της καταγράφουν ανάγλυφα πόσο φυσικό πεδίο συνάντησης κοινού-σταρ υπήρξε η συγκεκριμένη αρένα—ένα venue όπου η ελληνική mainstream σκηνή μπορούσε να στήσει production value διεθνούς κλίμακας.
2002–2004: το «διάλειμμα» της ανακαίνισης και η επιστροφή
Οι εργασίες ανακαίνισης πριν τους Ολυμπιακούς του 2004 έφεραν ένα φυσικό «κενό», αλλά και ένα φρεσκάρισμα που έκανε τον χώρο ελκυστικότερο στις απαιτήσεις των μεγάλων περιοδειών: καλύτερη λειτουργικότητα, νέες υποδομές, συνολικά πιο σύγχρονη εικόνα. Μετά το 2004, το ημερολόγιο ξαναγεμίζει—και πολύ γρήγορα έρχεται ένα από τα πιο λαμπερά ονόματα.
2005: Phil Collins & a-ha—η ποπ επιστρέφει μεγαλοπρεπώς
Την Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2005 ο Phil Collins φέρνει την First Final Farewell Tour στην Αθήνα, με sold-out ατμόσφαιρα και setlist-«best of» (“In the Air Tonight”, “Sussudio” κ.ά.). Φωτογραφικά ρεπορτάζ και κριτικές της εποχής επιβεβαιώνουν την παραγωγική κλίμακα του show και την επιλογή του ΣΕΦ για ένα υπερσύγχρονο, κλειστό venue που να «σηκώνει» πλήρη σκηνικά. Δύο ημέρες αργότερα, στις 3 Νοεμβρίου, οι a-ha ανεβαίνουν επίσης στη σκηνή του ΣΕΦ, σε μια εμφάνιση που καταγράφηκε στις ανεπίσημες αλλά λεπτομερείς αρχειοθετήσεις των συναυλιών τους. Το ΣΕΦ, μέσα σε 72 ώρες, υποδέχθηκε δύο διαφορετικές εκδοχές του mainstream ποπ ήχου της Ευρώπης.
2010: Scorpions—ένα μεγάλο «αντίο» που έγινε ραντεβού μνήμης
Στις 27 Οκτωβρίου 2010, οι Scorpions παίζουν στο ΣΕΦ σε μια συναυλία που παρουσιάστηκε ως η «τελευταία εμφάνιση» τους στη χώρα μας (καθώς εκείνη την περίοδο η μπάντα αποχαιρετούσε τις αρένες). Η ημερομηνία και η μεταφορά της λόγω ενός προβλήματος υγείας του Klaus Meine είχαν ανακοινωθεί στον Τύπο, ενώ το κοινό που βρέθηκε στο Φάληρο θυμάται ως σήμερα τις χορωδίες στο “Wind of Change”. Ήταν ένα ακόμα επεισόδιο στη μακρά σχέση της μπάντας με το ελληνικό κοινό—και μια ακόμη επιβεβαίωση ότι, όταν ο καιρός «ζορίζει», το ΣΕΦ είναι η ασφαλής λύση.
2014: Placebo—η βρετανική εναλλακτική σκηνή σε κλειστό χώρο
Το καλοκαίρι του 2014, οι Placebo φέρνουν στο ΣΕΦ ένα από τα πιο «σφιχτά» εναλλακτικά σόου τους, σε μια περίοδο που η μπάντα ανανέωνε το ελληνικό fanbase μετά το 2000. Το υλικό από τη συναυλία καταγράφεται σε βίντεο playlists και fan footage, ενισχύοντας την αίσθηση ότι το ΣΕΦ λειτουργεί εξίσου καλά για ηλεκτρικό, πιο «σκοτεινό» ήχο όσο και για τις glossy ποπ παραγωγές.
2020s: οι αρένες ανοίγουν και στα μεγάλα ηλεκτρονικά events
Η δεκαετία του 2020 φέρνει μια ακόμα στροφή: κλειστές αρένες όπως το ΣΕΦ αρχίζουν να «αγκαλιάζουν» μεγάλα clubbing concepts και techno line-ups. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η ανακοίνωση και η προβολή της βραδιάς με την Amelie Lens & KI/KI για το Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2024, στην κεντρική Αρένα του ΣΕΦ—ένα event που προβλήθηκε ευρέως ως ολονύχτια εμπειρία 23:00–08:00, με προπώληση μέσω πλατφορμών και τιμές εισιτηρίων στα 35€. Η είδηση υπογράμμισε πως το στάδιο μπορεί να «ξεκλειδώσει» και νέα κοινά, πολύ πέρα από το κλασικό ροκ/ποπ συναυλιακό μοντέλο. (Σημ.: στον δημόσιο λόγο της διοργάνωσης εμφανίστηκαν και αναφορές σε εναλλακτικό venue· ωστόσο επίσητα listings και ελληνικά μέσα κατέγραψαν την εκδήλωση στην Αρένα του ΣΕΦ.)
Το σήμερα και το αύριο μέχρι το 2025
Μπαίνοντας στο 2025, το ΣΕΦ παραμένει η «ασφάλεια» για διοργανωτές που χρειάζονται μεγάλο, κλειστό venue, με αξιόπιστη τεχνική υποστήριξη, διαθεσιμότητα χώρων backstage και εύκολη πρόσβαση κοινού/εξοπλισμού. Η ιστορία των συναυλιών του από το 1985 και μετά δεν είναι ευθεία γραμμή—έχει κορυφώσεις (mid-80s, early-90s, post-Olympics mid-00s) και διαλείμματα (ανακαίνιση 2002–2004, υγειονομικοί περιορισμοί). Αλλά το «αποτύπωμα» είναι σαφές: όποτε η πόλη χρειάστηκε ένα μεγάλο, σκεπαστό, ευέλικτο δωμάτιο για να φιλοξενήσει την παγκόσμια (ή την ελληνική) ποπ κουλτούρα, στράφηκε στο ΣΕΦ.




