Υπάρχει ένα τεράστιο κομμάτι της ιστορίας του Πειραιά που συχνά χωρά σε λίγες μόνο γραμμές.
Ξέρουμε τον Πειραιά του Θεμιστοκλή και του Περικλή. Τον Ιπποδάμειο Πειραιά, τα Μακρά Τείχη, τη Σκευοθήκη του Φίλωνος, τους εκατοντάδες νεώσοικους της Ζέας και της Μουνιχίας και το μεγάλο λιμάνι του Κανθάρου. Και ύστερα, σχεδόν απότομα, η αφήγηση μεταφέρεται στον Πειραιά του 19ου αιώνα, στην ίδρυση του σύγχρονου Δήμου και στη νέα πόλη.
Ανάμεσα όμως στις δύο εποχές μεσολαβούν περισσότερα από 1.900 χρόνια.
Τι υπήρχε στον Πειραιά όλο αυτό το διάστημα;
Η παλαιότερη εικόνα μιας πόλης που καταστράφηκε από τον Σύλλα το 86 π.Χ. και ουσιαστικά «πέθανε» μέχρι τη δημιουργία του ελληνικού κράτους είναι γοητευτική ως αφήγηση, αλλά υπερβολικά απλοποιημένη.
Η νεότερη αρχαιολογική έρευνα δείχνει κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον:
Ο αρχαίος Πειραιάς πράγματι δεν ξαναβρήκε ποτέ το κλασικό του μεγαλείο. Το λιμάνι όμως δεν έπαψε να ζει.
Ρωμαίοι, Βυζαντινοί, Βάραγγοι, Φράγκοι, Βενετοί, Οθωμανοί, μοναχοί, έμποροι και ταξιδιώτες πέρασαν από εδώ. Άφησαν πίσω τους μικρά ίχνη μιας πόλης που άλλοτε συρρικνωνόταν σχεδόν μέχρι εξαφάνισης και άλλοτε αποκτούσε ξανά στρατηγική και εμπορική σημασία.
Μέχρι που, το 1829, εμφανίζονται οι πρώτοι νέοι κάτοικοι της πόλης που γνωρίζουμε σήμερα.
86 π.Χ.: Η καταστροφή που αλλάζει για πάντα τον Πειραιά
Το μεγάλο σημείο καμπής έρχεται κατά τον Α΄ Μιθριδατικό Πόλεμο.
Η Αθήνα είχε συνταχθεί με τον Μιθριδάτη ΣΤ΄ του Πόντου και ο Ρωμαίος στρατηγός Λεύκιος Κορνήλιος Σύλλας πολιόρκησε την Αθήνα και τον Πειραιά.
Το 86 π.Χ. ο Πειραιάς καταλαμβάνεται και λεηλατείται.
Οι εγκαταστάσεις που αποτελούσαν τα σύμβολα της αθηναϊκής ναυτικής ισχύος, μεταξύ των οποίων οι νεώσοικοι και η Σκευοθήκη, υπέστησαν καταστροφές. Ο οργανωμένος ναύσταθμος της κλασικής Αθήνας ουσιαστικά παύει να υφίσταται με την παλιά του μορφή.
Το γεγονός ήταν καταλυτικό.
Ο Πειραιάς δεν θα ξαναγίνει για πολλούς αιώνες η μεγάλη αυτόνομη ναυτική και εμπορική πόλη που υπήρξε την κλασική εποχή.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ερημώθηκε οριστικά.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη διόρθωση στην παραδοσιακή αφήγηση.
Ο ρωμαϊκός Πειραιάς δεν ήταν μια νεκρή πόλη
Για πολλά χρόνια η μετασύλλεια περίοδος αντιμετωπιζόταν σχεδόν αποκλειστικά ως εποχή παρακμής.
Ο αρχαιολόγος Δημήτρης Γρηγορόπουλος, σε μεγάλη μελέτη για τον Πειραιά από το 86 π.Χ. έως περίπου τον 6ο αιώνα μ.Χ., επισημαίνει ότι αυτή η αντίληψη δημιουργήθηκε σε μεγάλο βαθμό επειδή δόθηκε υπερβολικό βάρος σε ορισμένες γραπτές πηγές και πολύ μικρότερο στα αρχαιολογικά δεδομένα.
Η πραγματικότητα φαίνεται ότι ήταν περισσότερο σύνθετη.
Ο Πειραιάς συρρικνώθηκε εντυπωσιακά, αλλά συνέχισε να διαθέτει κατοίκηση, οικονομική δραστηριότητα και θαλάσσιες λειτουργίες σε όλη τη ρωμαϊκή και την ύστερη ρωμαϊκή περίοδο.
Ακόμη και ο Παυσανίας, όταν επισκέφθηκε τον Πειραιά τον 2ο αιώνα μ.Χ., αναφέρει ότι εξακολουθούσαν να υπάρχουν νεώσοικοι, ο τάφος του Θεμιστοκλή και σημαντικά ιερά και δημόσια μνημεία.
Ο Πειραιάς λοιπόν του Παυσανία δεν είναι ο Πειραιάς του Περικλή.
Αλλά ούτε και ένα άδειο τοπίο ερειπίων.
Από τον Σύλλα στον Αδριανό
Στη ρωμαϊκή περίοδο έγιναν επίσης προσπάθειες αναζωογόνησης του λιμανιού. Πηγές και αρχαιολογικές μελέτες αναφέρουν έργα ή δραστηριότητα κατά τις περιόδους του Πομπήιου, του Αυγούστου και ιδιαίτερα του Αδριανού.
Η παρουσία ρωμαϊκών αυτοκρατορικών πορτρέτων και άλλων ευρημάτων στον Πειραιά επιβεβαιώνει ότι η περιοχή παρέμενε ενταγμένη στην οικονομική και διοικητική ζωή της εποχής.
Και ύστερα έχουμε ένα εντυπωσιακό επεισόδιο, περίπου τέσσερις αιώνες μετά τον Σύλλα.
324 μ.Χ.: Από τον Πειραιά ξεκινά αυτοκρατορικός στόλος
Το 324 μ.Χ., κατά τον εμφύλιο πόλεμο μεταξύ του Μεγάλου Κωνσταντίνου και του Λικινίου, ο Πειραιάς εμφανίζεται ξανά στις ιστορικές πηγές με στρατιωτικό ρόλο.
Ο Ζώσιμος αναφέρει ότι στόλος του Κωνσταντίνου βρισκόταν στον Πειραιά και από εκεί κλήθηκε να κινηθεί προς τον Ελλήσποντο, στο πλαίσιο των επιχειρήσεων εναντίον του Λικινίου.
Πρόκειται για ένα εξαιρετικά σημαντικό στοιχείο.
Περισσότερα από 400 χρόνια μετά την καταστροφή του Σύλλα, το λιμάνι εξακολουθούσε να είναι αρκετά λειτουργικό ώστε να χρησιμοποιείται σε μια από τις σημαντικότερες στρατιωτικές συγκρούσεις της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Δύσκολα συμβιβάζεται αυτή η εικόνα με έναν Πειραιά που είχε «εξαφανιστεί».
395 μ.Χ.: Ο Αλάριχος και ένα ακόμη μεγάλο πλήγμα
Το 395 μ.Χ. οι Γότθοι του Αλάριχου εισβάλλουν στην Ελλάδα και ο Πειραιάς λεηλατείται ξανά.
Η επιδρομή αυτή θεωρήθηκε παλαιότερα περίπου το οριστικό τέλος της αρχαίας πόλης.
Ωστόσο και εδώ η αρχαιολογία δείχνει ότι η ζωή δεν σταμάτησε αμέσως.
Κατά την Ύστερη Αρχαιότητα εξακολουθούν να εμφανίζονται κτίρια, λουτρικές εγκαταστάσεις, ταφές και χριστιανικά κατάλοιπα στην ευρύτερη περιοχή. Η μελέτη των αρχαιολογικών δεδομένων φτάνει με σαφή ίχνη δραστηριότητας έως περίπου τον 6ο αιώνα μ.Χ.
Άρα η μεγάλη αλλαγή δεν είναι μια στιγμιαία καταστροφή.
Είναι περισσότερο μια μακρά συρρίκνωση.
Ο οργανωμένος αστικός Πειραιάς χάνεται σταδιακά.
Το λιμάνι όμως παραμένει.
Οι σκοτεινοί αιώνες του Πειραιά
Από τον 7ο αιώνα και μετά οι πληροφορίες γίνονται πραγματικά πολύ πιο σπάνιες.
Η Αθήνα παραμένει κατοικημένη, αλλά το επίνειό της έχει χάσει σχεδόν όλη την παλιά του σημασία. Το λιμάνι χρησιμοποιείται κατά περιόδους από πλοία και στόλους, χωρίς όμως να υπάρχει η μεγάλη οργανωμένη πόλη των προηγούμενων αιώνων.
Το ενδιαφέρον είναι ότι ακόμη και σε αυτήν την περίοδο ο Πειραιάς δεν εξαφανίζεται εντελώς από τις πηγές.
Και ένα μαρμάρινο λιοντάρι θα γίνει το σύμβολο ολόκληρης αυτής της εποχής.
Το Λιοντάρι που έδωσε νέο όνομα στον Πειραιά
Για αιώνες στην είσοδο του κεντρικού λιμανιού δέσποζε ένα τεράστιο καθιστό μαρμάρινο λιοντάρι, ύψους άνω των τριών μέτρων.
Η παρουσία του ήταν τόσο χαρακτηριστική ώστε κατά τον Μεσαίωνα το αρχαίο όνομα «Πειραιεύς» σταδιακά παραμερίστηκε στη χρήση των ξένων ναυτικών.
Το λιμάνι έγινε γνωστό ως Porto Leone, «Λιμάνι του Λιονταριού», αλλά και ως Porto Draco ή Porto Dracone. Αργότερα οι Οθωμανοί το ονόμασαν Aslan Limanı, με την ίδια ουσιαστικά σημασία: «Λιμάνι του Λιονταριού».
Και πάνω σε αυτό το λιοντάρι υπάρχει ένα από τα πιο παράξενα ίχνη της μεσαιωνικής ιστορίας του Πειραιά.
Οι Βάραγγοι άφησαν τα «γκράφιτί» τους στον Πειραιά
Στο σώμα του Λέοντος σώζονται ρουνικές επιγραφές που χαράχθηκαν από Σκανδιναβούς, πιθανότατα Βάραγγους που υπηρετούσαν στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.
Σύγχρονες μελέτες διακρίνουν τρεις διαφορετικές φάσεις χάραξης.
Η παλαιότερη επιγραφή παρουσιάζει ομοιότητες με σουηδικές επιγραφές περίπου της δεκαετίας του 1020, ενώ άλλη εντυπωσιακή ρουνική ταινία χρονολογείται στο τελευταίο τέταρτο του 11ου αιώνα.
Επομένως χρειάζεται προσοχή στην παλαιότερη θεωρία ότι οι επιγραφές χαράχθηκαν συγκεκριμένα από τους Βάραγγους του Βασιλείου Β΄ σε ένα συγκεκριμένο έτος.
Αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί βέβαιο.
Εκείνο που μπορούμε να πούμε με πολύ μεγαλύτερη ασφάλεια είναι ότι Σκανδιναβοί πολεμιστές πέρασαν από τον μεσαιωνικό Πειραιά και χάραξαν τη μνήμη τους πάνω στο αρχαίο λιοντάρι.
Και η ιστορία συνεχίζει να ερευνάται ακόμη σήμερα.
Το άγαλμα έχει υποστεί νέα ψηφιακή καταγραφή και τρισδιάστατη αποτύπωση, με σύγχρονες τεχνικές που βοηθούν τους ερευνητές να εντοπίσουν και να μελετήσουν χαράξεις οι οποίες είναι σχεδόν αόρατες με γυμνό μάτι.
Ένα μνημείο που κάποτε βρισκόταν στον Πειραιά εξακολουθεί, σχεδόν χίλια χρόνια μετά τις ρουνικές χαράξεις, να αποκαλύπτει καινούργιες πληροφορίες.
Το Porto Leone των Φράγκων και των Βενετών
Μετά τη Δ΄ Σταυροφορία και την εγκατάσταση λατινικών δυνάμεων στην Ελλάδα, ο Πειραιάς περνά μαζί με την Αθήνα από διάφορες δυτικές κυριαρχίες.
Το λιμάνι χρησιμοποιείται κατά περιόδους από Φράγκους, Καταλανούς και Βενετούς.
Τον 14ο αιώνα η ονομασία Porto Leone είναι πλέον καθιερωμένη.
Δεν υπάρχει μεγάλη πόλη γύρω του.
Υπάρχει όμως λιμάνι.
Και αυτό είναι ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται σε ολόκληρη τη μετακλασική ιστορία του Πειραιά:
η πόλη εξαφανίζεται πολύ ευκολότερα από το λιμάνι.
Η γεωγραφία των τριών φυσικών λιμένων δεν μπορούσε να εξαφανιστεί μαζί με τα κτίρια.
1456: Το Ασλάν Λιμάνι των Οθωμανών
Με την οθωμανική κατάκτηση της Αθήνας, το 1456, ο Πειραιάς περνά σε οθωμανικό έλεγχο.
Οι Οθωμανοί χρησιμοποιούν την ονομασία Aslan Limanı – Ασλάν Λιμάνι, δηλαδή και πάλι «Λιμάνι του Λιονταριού».
Η κατοίκηση παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη.
Κάπου εδώ εμφανίζεται όμως ένα άλλο σημείο αναφοράς που θα επιβιώσει μέχρι τη δημιουργία του νεότερου Πειραιά:
η Μονή του Αγίου Σπυρίδωνα.
Για αιώνες, η μονή, το τελωνείο και ορισμένες εγκαταστάσεις του λιμανιού αποτελούσαν σχεδόν ολόκληρη την ανθρώπινη παρουσία στην περιοχή.
1672: Μια σπάνια «φωτογραφία» του οθωμανικού Πειραιά
Ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον τεκμήριο του 1672 μας επιτρέπει να δούμε τι πραγματικά υπήρχε τότε γύρω από το λιμάνι.
Οι «Αρχιτεκτονικές Διαδρομές στον Πειραιά» καταγράφουν, βάσει επιστολής της εποχής, την ύπαρξη αποθήκης εμπορευμάτων και τελωνειακού υπαλλήλου.
Παράλληλα αναφέρονται πανδοχείο ή καραβανσεράι, ένας πύργος φωτιάς, ένας μικρός οικισμός μακρύτερα από το λιμάνι, το χωριό του Κερατσινίου και ο ναΐσκος του Αγίου Νικολάου.
Αυτό αλλάζει και εδώ λίγο την εικόνα.
Ο οθωμανικός Πειραιάς ήταν πράγματι εξαιρετικά αραιοκατοικημένος.
Δεν ήταν όμως ένας τόπος στον οποίο δεν πατούσε άνθρωπος.
Υπήρχε τελωνείο. Υπήρχε αποθήκευση. Υπήρχε φιλοξενία ταξιδιωτών. Υπήρχε περιορισμένο εμπόριο.
Με άλλα λόγια, το λιμάνι εξακολουθούσε να εκτελεί την πιο βασική λειτουργία που είχε εδώ και χιλιάδες χρόνια.
1687: Οι Βενετοί παίρνουν το Λιοντάρι του Πειραιά
Το 1687 ο βενετικός στόλος του Φραντσέσκο Μοροζίνι φτάνει στην Αττική στο πλαίσιο του πολέμου Βενετών και Οθωμανών.
Είναι η ίδια εκστρατεία κατά την οποία ο Παρθενώνας υπέστη την καταστροφική έκρηξη από τον βενετικό βομβαρδισμό.
Οι Βενετοί παίρνουν ως πολεμικό λάφυρο και το περίφημο Λιοντάρι του Πειραιά. Η μεταφορά του στη Βενετία τοποθετείται στις πηγές στα γεγονότα του 1687–1688.
Το πρωτότυπο βρίσκεται μέχρι σήμερα στην είσοδο του Ναυστάθμου της Βενετίας.
Και ο Πειραιάς χάνει το ίδιο το μνημείο που είχε χαρίσει στο λιμάνι το όνομά του για αιώνες.
Cayrac και Gaspari: Οι σχεδόν μοναχικοί κάτοικοι του λιμανιού
Τον 18ο αιώνα εμφανίζονται επιτέλους στις πηγές άνθρωποι με ονοματεπώνυμο που συνδέονται μόνιμα με το λιμάνι.
Περίπου το 1750, ο Γάλλος έμπορος Joseph Cayrac, από τη Μασσαλία, αγοράζει στον Πειραιά κτίσμα με αποθήκες και κήπους.
Δίπλα του δημιουργεί αποθήκη ο Gaspari.
Οι δύο εμφανίζονται ξανά σε μαρτυρίες του 1770 και του 1786, να υποδέχονται ξένους επισκέπτες και να δραστηριοποιούνται στο εμπόριο λαδιού.
Η εικόνα είναι σχεδόν κινηματογραφική.
Ένα τεράστιο φυσικό λιμάνι, γεμάτο αρχαία ερείπια, χωρίς πραγματική πόλη γύρω του.
Μερικοί μοναχοί.
Ένα τελωνείο.
Λίγες αποθήκες.
Και δύο έμποροι που διατηρούν μια ελάχιστη εμπορική ζωή στο άλλοτε μεγαλύτερο λιμάνι της κλασικής Ελλάδας.
1806: Ο Σατωμπριάν βλέπει έναν Πειραιά σχεδόν άδειο
Λίγο πριν από την Ελληνική Επανάσταση περνά από τον Πειραιά ο Γάλλος συγγραφέας François-René de Chateaubriand.
Στο ταξίδι του το 1806 καταγράφει ουσιαστικά τρεις βασικές εγκαταστάσεις στο λιμάνι:
τη Μονή του Αγίου Σπυρίδωνα, μία αποθήκη και το τελωνείο.
Το τελωνείο, η περίφημη Δογάνα, βρισκόταν περίπου στη σημερινή πλατεία Καραϊσκάκη.
Δύο δεκαετίες πριν από τη δημιουργία του σύγχρονου Πειραιά, εκεί όπου σήμερα απλώνεται ένας από τους πυκνότερους αστικούς ιστούς της Ελλάδας, η εικόνα ήταν εντελώς διαφορετική.
Θάλασσα, αρχαία ερείπια, μοναστήρι, τελωνείο και ελάχιστα κτίσματα.
1827: Ο Πειραιάς ξαναμπαίνει στην πρώτη γραμμή της Ιστορίας
Και ξαφνικά, κατά την Ελληνική Επανάσταση, ο σχεδόν έρημος Πειραιάς αποκτά ξανά τεράστια στρατηγική σημασία.
Το 1827 η περιοχή γίνεται ένα από τα βασικά πεδία των επιχειρήσεων για τη σωτηρία της πολιορκημένης Ακρόπολης των Αθηνών.
Τον Ιανουάριο σημειώνονται οι επιχειρήσεις στην Καστέλλα και στον Άγιο Σπυρίδωνα.
Στις 30 Ιανουαρίου 1827, οι ελληνικές δυνάμεις αποκρούουν τις επιθέσεις του Κιουταχή στην Καστέλλα.
Τον Απρίλιο η προσοχή στρέφεται στη Μονή του Αγίου Σπυρίδωνα.
Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης θεωρούσε την κατάληψή της κρίσιμη, επειδή θα επέτρεπε την ένωση των ελληνικών στρατοπέδων της Καστέλλας και του Κερατσινίου και θα δυσκόλευε τις κινήσεις του Κιουταχή.
Στις 13 Απριλίου 1827 οι ελληνικές δυνάμεις καταλαμβάνουν τα οχυρώματα της περιοχής και ο Καραϊσκάκης μεταφέρει το αρχηγείο του στον Πειραιά.
Δέκα ημέρες αργότερα, στις 23 Απριλίου 1827, ο Καραϊσκάκης πεθαίνει στο Νέο Φάληρο από το τραύμα που είχε δεχθεί την προηγουμένη.
Έτσι ο Πειραιάς, λίγο πριν αναγεννηθεί ως σύγχρονη πόλη, περνά πρώτα μέσα από μία από τις δραματικότερες φάσεις της Ελληνικής Επανάστασης.
1829: Πέντε άνθρωποι και η αρχή του νέου Πειραιά
Και φτάνουμε τελικά στη χρονολογία που αποτελεί το πραγματικό σημείο μετάβασης.
1829.
Σύμφωνα με την ιστορία του Δήμου Πειραιά, εκείνη τη χρονιά φτάνουν στην περιοχή οι πέντε πρώτοι νέοι κάτοικοι του νεότερου Πειραιά.
Ανάμεσά τους ήταν ο Γιαννακός Τζελέπης.
Το όνομά του επιβιώνει μέχρι σήμερα στην Ακτή Τζελέπη.
Ύστερα από περισσότερα από 1.900 χρόνια που χωρίζουν την καταστροφή του Σύλλα από αυτήν τη στιγμή, αρχίζει πλέον μια εντελώς νέα ιστορία.
Όχι η ιστορία ενός αρχαίου λιμανιού που προσπαθεί να επιβιώσει.
Αλλά η ιστορία μιας καινούργιας πόλης.
Ο Καποδίστριας και το σχέδιο της νέας πόλης
Η αναγέννηση συνδέεται άμεσα με τη δημιουργία του ελληνικού κράτους.
Επί Ιωάννη Καποδίστρια ανατίθεται στους αρχιτέκτονες Σταμάτιο Κλεάνθη και Eduard Schaubert η σύνταξη πολεοδομικού σχεδίου.
Το αρχικό σχέδιο ολοκληρώνεται το 1832 και ακολουθεί σε βασικές γραμμές τα ίχνη της αρχαίας Ιπποδάμειας χάραξης. Αργότερα τροποποιείται από τον Leo von Klenze και εγκρίνεται από την Αντιβασιλεία στις 13 Αυγούστου 1834.
Εδώ χρειάζεται και μία ιστορική διευκρίνιση.
Ο Καποδίστριας θέτει τις πρώτες βάσεις.
Η εκρηκτική ανάπτυξη του νέου Πειραιά, όμως, θα ακολουθήσει κυρίως μετά την επιλογή της Αθήνας ως πρωτεύουσας του ελληνικού κράτους.
Το λιμάνι αποκτά ξανά τον φυσικό του ρόλο:
να είναι η θαλάσσια πύλη της Αθήνας.
1835: Ξαναγεννιέται επίσημα ο Δήμος Πειραιώς
Στις 23 Δεκεμβρίου 1835 ιδρύεται ο Δήμος Πειραιώς.
Πρώτος δήμαρχος γίνεται ο Υδραίος Κυριακός Σερφιώτης.
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1830 αρχίζει η μεγάλη εγκατάσταση νέων κατοίκων, ιδιαίτερα νησιωτών.
Υδραίοι, Χιώτες και άνθρωποι από πολλά ακόμη μέρη της Ελλάδας δημιουργούν τις πρώτες συνοικίες της σύγχρονης πόλης.
Μέσα σε λίγες δεκαετίες, εκεί όπου ο Σατωμπριάν είχε δει ένα μοναστήρι, μία αποθήκη και ένα τελωνείο, θα εμφανιστούν δρόμοι, σπίτια, εργοστάσια, αποθήκες, δημόσια κτίρια, σιδηρόδρομος και ένας από τους σημαντικότερους λιμένες της ανατολικής Μεσογείου.
Ο Πειραιάς τελικά δεν «πέθανε»
Ίσως λοιπόν πρέπει να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε αυτούς τους δεκαεννέα αιώνες.
Δεν ήταν μια αδιάκοπη περίοδος απόλυτης ερήμωσης.
Ήταν μια περίοδος δραματικής απώλειας σημασίας, συρρίκνωσης, καταστροφών, μικρών ανακάμψεων και επιβίωσης.
Ο Σύλλας κατέστρεψε τον Πειραιά ως μεγάλη ναυτική πόλη της κλασικής παράδοσης.
Δεν μπόρεσε όμως να καταστρέψει τον λόγο για τον οποίο δημιουργήθηκε ο Πειραιάς εξαρχής:
το ίδιο το λιμάνι.
Γι’ αυτό και αιώνες αργότερα από εδώ μπορούσε ακόμη να ξεκινήσει ρωμαϊκός πολεμικός στόλος.
Γι’ αυτό πέρασαν από εδώ Βάραγγοι και χάραξαν ρούνους.
Γι’ αυτό Φράγκοι και Βενετοί γνώριζαν το Porto Leone.
Γι’ αυτό οι Οθωμανοί διατήρησαν τελωνείο.
Γι’ αυτό εγκαταστάθηκαν εδώ έμποροι ακόμη και όταν δεν υπήρχε ουσιαστικά πόλη.
Και γι’ αυτό, μόλις η Αθήνα έγινε ξανά πρωτεύουσα ενός ανεξάρτητου κράτους, ο Πειραιάς ήταν σχεδόν αναπόφευκτο να ξαναγεννηθεί.
Ο σύγχρονος Πειραιάς δεν δημιουργήθηκε λοιπόν σε έναν τυχαίο έρημο τόπο.
Χτίστηκε πάνω σε ένα λιμάνι που είχε χάσει την πόλη του, αλλά δεν είχε χάσει ποτέ εντελώς τη χρησιμότητά του.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο εντυπωσιακό στοιχείο ολόκληρης της ιστορίας του.
Χρονολόγιο: από τον Σύλλα στον νέο Πειραιά
- 86 π.Χ. – Ο Σύλλας καταλαμβάνει και λεηλατεί τον Πειραιά. Τερματίζεται ουσιαστικά η εποχή του μεγάλου αρχαίου ναυστάθμου.
- 2ος αι. μ.Χ. – Ο Παυσανίας βρίσκει ακόμη νεώσοικους, ιερά και άλλα μνημεία στον Πειραιά.
- 324 μ.Χ. – Στόλος του Κωνσταντίνου χρησιμοποιεί τον Πειραιά κατά τον πόλεμο εναντίον του Λικινίου.
- 395 μ.Χ. – Ο Πειραιάς δέχεται την επιδρομή των Γότθων του Αλάριχου.
- 5ος–6ος αι. μ.Χ. – Αρχαιολογικά δεδομένα εξακολουθούν να τεκμηριώνουν δραστηριότητα κατά την Ύστερη Αρχαιότητα.
- 11ος αιώνας – Σκανδιναβοί Βάραγγοι χαράσσουν ρουνικές επιγραφές στο Λιοντάρι του Πειραιά.
- 14ος αιώνας – Καθιερώνεται στους δυτικούς ναυτικούς η ονομασία Porto Leone.
- 1456 – Οθωμανική κατάκτηση. Το λιμάνι γίνεται γνωστό και ως Aslan Limanı.
- 1672 – Έγγραφο καταγράφει τελωνείο, αποθήκη, καραβανσεράι και περιορισμένη ανθρώπινη παρουσία.
- 1687–1688 – Ο Μοροζίνι αφαιρεί το Λιοντάρι του Πειραιά και το μεταφέρει στη Βενετία.
- περ. 1750 – Ο Joseph Cayrac εγκαθίσταται στο λιμάνι. Ακολουθεί ο Gaspari.
- 1806 – Ο Chateaubriand βλέπει στον Πειραιά τη Μονή Αγίου Σπυρίδωνα, μία αποθήκη και το τελωνείο.
- 1827 – Μάχες Καστέλλας και Αγίου Σπυρίδωνα. Ο Καραϊσκάκης εγκαθιστά το αρχηγείο του στον Πειραιά και πεθαίνει λίγο αργότερα στο Νέο Φάληρο.
- 1829 – Εγκαθίστανται οι πέντε πρώτοι νέοι κάτοικοι του νεότερου Πειραιά, μεταξύ των οποίων ο Γιαννακός Τζελέπης.
- 1832 – Ολοκληρώνεται το πολεοδομικό σχέδιο Κλεάνθη–Schaubert.
- 1834 – Εγκρίνεται το σχέδιο της νέας πόλης και η Αθήνα γίνεται πρωτεύουσα.
- 23 Δεκεμβρίου 1835 – Ιδρύεται ο Δήμος Πειραιώς. Η δεύτερη μεγάλη ζωή του Πειραιά έχει πλέον αρχίσει.
Βασικές πηγές
Για τη ρωμαϊκή και υστερορωμαϊκή περίοδο ιδιαίτερα σημαντική είναι η μελέτη του Δημήτρη Γρηγορόπουλου, The Piraeus from 86 BC to Late Antiquity: Continuity and Change in the Landscape, Function and Economy of the Port of Roman Athens, στο Annual of the British School at Athens.
Για τον Πειραιά του 17ου–19ου αιώνα, τους Cayrac και Gaspari, τη Δογάνα και την περιγραφή του Chateaubriand χρησιμοποιήθηκε το ιστορικό χρονολόγιο των «Αρχιτεκτονικών Διαδρομών στον Πειραιά».
Για το Λιοντάρι του Πειραιά και τις ρουνικές επιγραφές χρησιμοποιήθηκαν τα νεότερα στοιχεία του Swedish History Museum και η επιστημονική μελέτη ψηφιακής καταγραφής του μνημείου στο Heritage Science.
Για τα γεγονότα του 1827 χρησιμοποιήθηκε, μεταξύ άλλων, το χρονολόγιο της Ελληνικής Επανάστασης του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας.
Για την εγκατάσταση των πρώτων κατοίκων, την ίδρυση του Δήμου και το πολεοδομικό σχέδιο του νεότερου Πειραιά χρησιμοποιήθηκαν στοιχεία του Δήμου Πειραιά.


![Νέο Δικαστικό Μέγαρο Πειραιά: Νέες εικόνες από το εργοτάξιο – Στην τελική φάση ένα από τα μεγαλύτερα έργα της πόλης [video]](https://www.pireaspiraeus.com/wp-content/uploads/2026/08/DIKASTIRIA-4-238x178.jpg)

