Η αυξανόμενη γεωπολιτική ένταση μεταξύ Δύσης και Κίνας επαναφέρει στο προσκήνιο τον ρόλο του λιμανιού του Πειραιά, το οποίο τα τελευταία χρόνια αποτελεί τη σημαντικότερη κινεζική επένδυση σε ευρωπαϊκό λιμένα. Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης εντείνεται η συζήτηση για τον περιορισμό της στρατηγικής εξάρτησης από τρίτες χώρες σε κρίσιμες υποδομές, με τα μεγάλα εμπορικά λιμάνια να βρίσκονται στο επίκεντρο.
Ο Πειραιάς, ως βασικός κόμβος της Cosco στη Μεσόγειο και πύλη εισόδου ασιατικών προϊόντων προς την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, αναδεικνύεται σε χαρακτηριστικό παράδειγμα του νέου αυτού προβληματισμού. Η έννοια του «de-risking» – δηλαδή της μείωσης στρατηγικού ρίσκου χωρίς απαραίτητα πλήρη αποεπένδυση – φαίνεται να κερδίζει έδαφος στους ευρωπαϊκούς κύκλους, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά κρίσιμες υποδομές μεταφορών, ενέργειας και logistics.
Παράλληλα, η συζήτηση δεν περιορίζεται μόνο στις Βρυξέλλες. Σε διεθνές επίπεδο, τόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες όσο και ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επανεξετάζουν τη στάση τους απέναντι σε λιμάνια όπου κινεζικά συμφέροντα έχουν σημαντικό μετοχικό ή διαχειριστικό ρόλο. Ο Πειραιάς, λόγω μεγέθους, θέσης και γεωστρατηγικής σημασίας, βρίσκεται αναπόφευκτα στο επίκεντρο αυτής της εξίσωσης.
Για την Ελλάδα, το ζήτημα είναι σύνθετο. Από τη μία πλευρά, η επένδυση έχει συμβάλει καθοριστικά στην ανάπτυξη του λιμένα και στην ενίσχυση της διακίνησης εμπορευματοκιβωτίων. Από την άλλη, η νέα ευρωπαϊκή στρατηγική επιβάλλει προσεκτικές ισορροπίες μεταξύ οικονομικού οφέλους και γεωπολιτικής αυτονομίας.
Το επόμενο διάστημα αναμένεται να αποσαφηνιστεί αν η συζήτηση θα οδηγήσει σε συγκεκριμένες ρυθμιστικές πρωτοβουλίες ή θα παραμείνει σε επίπεδο πολιτικών κατευθύνσεων. Σε κάθε περίπτωση, ο Πειραιάς παραμένει στο κέντρο μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής και διεθνούς αναδιάταξης.







